Σε ένα σπιτάκι μπροστά στην παραλία, ο Ακύλας, ένας μοναχικός συνταξιούχος, απολαμβάνει το τελος του καλοκαιριού. Απο την άνεση της σεζλονγκ, κάτω από το δέντρο της αυλής του, παρατηρεί τον κόσμο και την καλοκαιρινή βαβούρα που απεχθάνεται. Τίποτα δεν μπορεί να διαταράξει την ησυχία του. Τίποτα, εκτος απο τα τζιτζίκια και το εκκωφαντικό τους τραγούδι, που συνεχώς καταβρέχει για να σωπάσουν. Το καλοκαίρι φτάνει στο τέλος του. Mαζί με αυτό και η ζωή των τζιτζικιών, που μετα από πολλά χρόνια κάτω από την γη, βγαίνουν στην επιφάνεια για να καλέσουν το ταίρι τους, τις τελευταίες μέρες της ζωής τους. Μια βροχερή μέρα, η παραλία είναι ερημωμένη και τα τζιτζίκια σιωπηλά. Ο Ακύλας μαζεύει την σεζλόνγκ και πάει να μπει σπίτι του, όταν βρίσκει ένα τραυματισμένο τζιτζίκι στο κατόφλι του σπιτιού του. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, κάτι θα τον κινήσει έξω από τα όρια της αυλής του.
In a small house by the beach, Akylas, a retired and solitary man, enjoys the final days of summer.He spends his days in quiet routine, silencing the insects with blasts of water, shielding himself from the world beyond his yard.As summer fades, so do the cicadas, who, after years spent underground, emerge only to sing and seek a mate in the last days of their lives. One day, rain empties the beach and the familiar sounds fall away Akylas discovers a wounded cicada on his doorstep. Compelled by an unfamiliar tenderness, he takes it in, beginning to care for it. For the first time in years, something reaches him, something beyond the confines of his yard.